Γιατί το ΠΑΣΟΚ δεν σηκώνει κεφάλι;
Η παράταξη διαθέτει μια ολόκληρη εμπειρία ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατικής
διακυβέρνησης. Επιτεύγματα, μεταρρυθμίσεις, εθνικές επιτυχίες, αλλά και
αποτυχίες από τις οποίες θα μπορούσε να έχει διδαχθεί. Στη δημόσια εικόνα της, όμως
κυριαρχεί σχεδόν αποκλειστικά ο Ανδρέας. Ο Σημίτης τιμάται ως σημαντικός πρώην
πρωθυπουργός, αλλά μέχρι εκεί!
Ο ιδρυτής ως εικόνισμα
Η μορφή του Ανδρέα επανέρχεται στην κομματική σκηνογραφία, στα συνθήματα, στις
επετειακές εκδηλώσεις και στις υποσχέσεις αναγέννησης. Σχεδόν σαν εικόνισμα που
πιστοποιεί την πίστη και τη συνέχεια της παράταξης.
Κάθε κόμμα τιμά τον ιδρυτή του. Μόνο που υπάρχει μια απόσταση ανάμεσα στην ιστορική αναφορά και στην προσδοκία ότι ο ιδρυτής θα συνεχίσει να φέρνει ψήφους ακόμη και μετά θάνατον, ακόμη και για λογαριασμό άλλων.
Ο Ανδρέας άλλαξε τη χώρα. Το ΕΣΥ, οι αλλαγές στο
οικογενειακό δίκαιο, η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης και η κοινωνική
ενσωμάτωση υπήρξαν ουσιαστικές τομές. Αυτό όμως δεν θέτει τη διακυβέρνησή του
υπεράνω κριτικής.
Η αναγνώριση, όμως, διαφέρει από τη θεοποίηση. Η δεύτερη
προστατεύει τον ιδρυτή από τον απολογισμό στον οποίο υποβάλλονται οι διάδοχοί
του. Για τον Ανδρέα κυριαρχούν τα δικαιώματα και η Αλλαγή. Για τον Σημίτη
επανέρχονται πάντοτε το Χρηματιστήριο, τα σκάνδαλα και οι μεταρρυθμίσεις που
έμειναν στη μέση.
Και η διακυβέρνηση του Ανδρέα είχε μεγάλο κόστος.
Δημοσιονομικό, θεσμικό, πολιτικό. Οι κοινωνικές κατακτήσεις δεν απαλλάσσουν από
τη συζήτηση για το πελατειακό κράτος, τα ελλείμματα και τη διχαστική πολιτική
γλώσσα. Η κριτική χρειάζεται να ασκείται με τα ίδια μέτρα για όλους.
Σχεδόν μισός αιώνας μετά
Υπάρχει μια απόσταση που η συγκίνηση δεν μπορεί να καταργήσει. Ένας σημερινός
σαραντάρης δεν είχε γεννηθεί το 1981, ενώ ένας πενηντάρης ήταν παιδί. Για
μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος, η Αλλαγή αποτελεί ιστορική αφήγηση και όχι
προσωπικό βίωμα. Η συγκίνηση μιας γενιάς δεν μεταφέρεται αυτομάτως στις
επόμενες, ούτε δημιουργεί υποχρέωση πολιτικής πίστης.
Η σημερινή χώρα βρίσκεται στην ευρωζώνη, μέσα σε διαφορετικό
γεωπολιτικό και οικονομικό περιβάλλον. Η ασφάλεια, η ενέργεια, η τεχνολογία, η
γήρανση του πληθυσμού, η παραγωγικότητα και η στέγη απαιτούν συγκεκριμένες
επιλογές. Η επίκληση της Αλλαγής δεν εξηγεί πώς θα αντιμετωπιστούν.
Ο ίδιος ο Ανδρέας δεν οικοδόμησε την κυριαρχία του ζητώντας από την κοινωνία να
γυρίσει σαράντα πέντε χρόνια πίσω, στη δεκαετία του 1930. Διάβασε την εποχή του
και πρότεινε μια μεγάλη αλλαγή. Οι σημερινοί κληρονόμοι του οφείλουν να
αναλάβουν την ίδια ευθύνη απέναντι στη δική τους εποχή.
Μια κληρονομιά με δύο διεκδικητές
Στο μεταξύ, τον Ανδρέα διεκδικεί και ο Τσίπρας. Την πολιτική γλώσσα, τον
συμβολισμό, τη σχέση με το λαϊκό ακροατήριο, την υπόσχεση μιας μεγάλης
προοδευτικής επιστροφής.
Το ΠΑΣΟΚ παρασύρεται έτσι σε έναν διαγωνισμό ιστορικής αυθεντικότητας. Ποιος
δικαιούται να επικαλείται τον ιδρυτή του, ποιος συνεχίζει την παράδοσή του,
ποιος εκφράζει καλύτερα το αντιδεξιό συναίσθημα.
Ακόμη κι αν κερδίσει αυτή τη διαμάχη, τι θα έχει κερδίσει εκλογικά; Γιατί να
μετακινηθεί ένας πολίτης που ζητά καλύτερο δημόσιο σχολείο, ταχύτερη δικαιοσύνη
ή αποτελεσματικότερη διοίκηση επειδή πείστηκε ότι το ΠΑΣΟΚ διαθέτει τον
γνησιότερο τίτλο πολιτικής συγγένειας με τον Ανδρέα;
Η άβολη παρακαταθήκη του Σημίτη
Ο Σημίτης δεν έχει διαγραφεί. Ο ίδιος ο Ανδρουλάκης έχει αναγνωρίσει τη συμβολή
του στην ένταξη στο ευρώ, στην ενταξιακή πορεία της Κύπρου και στις μεγάλες
υποδομές.
Άλλο όμως η τιμητική αναφορά και άλλο η αξιοποίηση αυτής της εμπειρίας ως
πολιτικού προσανατολισμού.
Η επίκληση του Ανδρέα προσφέρει συγκίνηση χωρίς σημερινό
πολιτικό κόστος. Η παρακαταθήκη του Σημίτη είναι πιο απαιτητική. Για να την
τιμήσεις, χρειάζεται να προχωρήσεις σε μεταρρυθμίσεις και να συγκρουστείς με
συμφέροντα, ακόμη και μέσα στο ίδιο σου το κόμμα.
Η περίοδος Σημίτη είχε αδυναμίες και μεταρρυθμίσεις που
έμειναν στη μέση. Άφησε όμως μια παρακαταθήκη ευρωπαϊκού προσανατολισμού,
σχεδιασμού και συγκεκριμένων εθνικών στόχων που το ΠΑΣΟΚ έχει κάθε λόγο να
αξιοποιήσει.
Ο Ανδρουλάκης θέλει;
Υπάρχει όμως και μια δυσκολότερη εξήγηση. Ένα μέρος του εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ
έχει μετακομίσει στη Νέα Δημοκρατία. Άλλα στελέχη έχουν αποσυρθεί ή
απομακρυνθεί. Η παρακαταθήκη του Σημίτη έχει αποδυναμωθεί και ως παρουσία μέσα
στο κόμμα.
Το ΠΑΣΟΚ ποτέ δεν ήταν «ένα». Οι διαφωνίες για το κράτος, την οικονομία και τις
μεταρρυθμίσεις ήταν βαθιές. Οι αποκλίνουσες διαδρομές στελεχών προς τη ΝΔ και
τον ΣΥΡΙΖΑ δεν εξηγούνται όλες ιδεολογικά. Έδειξαν όμως και τις αποστάσεις που
κάλυπτε η κοινή κομματική στέγη.
Μήπως ο Ανδρουλάκης βρίσκεται απλώς στη μία πλευρά αυτής της
ιστορίας; Μήπως του ζητάμε να εκφράσει μια πολιτική παράδοση που δεν τον
εκφράζει;
Και, ακόμη κι αν ήθελε, θα μπορούσε; Διαθέτει το πολιτικό περιεχόμενο για να
της δώσει σημερινή μορφή, να συγκροτήσει ομάδα και να πείσει όσους έχουν φύγει;
Η επανεκλογή του στην ηγεσία δεν απαντά στο ερώτημα. Το να κερδίζεις το ΠΑΣΟΚ
δεν σημαίνει ότι μπορείς να κερδίσεις και με το ΠΑΣΟΚ.
Οι ψηφοφόροι που δεν επιστρέφουν με συνθήματα
Όσοι πρώην ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ επέλεξαν τη ΝΔ με κριτήριο τη σταθερότητα, τον
ευρωπαϊκό προσανατολισμό και την προσδοκία μεταρρυθμίσεων χρειάζονται
συγκεκριμένο λόγο επιστροφής. Η απογοήτευση από την κυβέρνηση δεν συνιστά
αυτόματη ψήφο εμπιστοσύνης στην αντιπολίτευση.
Μπορούν να θέλουν ισχυρό κοινωνικό κράτος και δημοσιονομική
σοβαρότητα, επενδύσεις με κανόνες, δημόσια υγεία και παιδεία με λογοδοσία για
τα χρήματα που δαπανώνται.
Η επίκληση του Ανδρέα μπορεί να θυμίζει γιατί κάποτε οι
πολίτες εμπιστεύθηκαν το ΠΑΣΟΚ. Δεν απαντά όμως στο γιατί να εμπιστευθούν
σήμερα τον Ανδρουλάκη. Αυτή την απάντηση ο σημερινός αρχηγός οφείλει να τη
δώσει με δικό του πολιτικό περιεχόμενο και δική του πρόταση διακυβέρνησης. Δεν
μπορεί να την αναθέτει διαρκώς στον ιδρυτή.
Αφήστε που τις ψήφους που ελπίζει να του φέρει ο Ανδρέας τις
διεκδικεί πλέον και ο Τσίπρας.
Ο Ανδρέας κέρδισε τις δικές του εκλογές. Του Ανδρουλάκη
πρέπει να τις κερδίσει ο Ανδρουλάκης.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου