Ένας φοιτητής στις φλόγες. Και λοιπόν;
Επιτέθηκαν σε φοιτητές, τραυμάτισαν τρεις, ενώ ένας 18χρονος τυλίχτηκε στις φλόγες. Ευτυχώς, συμφοιτητές του έσπευσαν να σβήσουν τις φλόγες χρησιμοποιώντας πυροσβεστήρα!
Όλα αυτά συνέβησαν μέσα σε πανεπιστημιακό κτίριο, στην
πρωτεύουσα μιας ευρωπαϊκής χώρας. Όχι σε κάποια εμπόλεμη περιοχή. Ούτε σε μια
χώρα όπου οι ένοπλες συμμορίες έχουν υποκαταστήσει το κράτος.
Κι όμως, το επόμενο πρωί, όποιος αναζητούσε την είδηση στα
πρωτοσέλιδα των ελληνικών εφημερίδων θα δυσκολευόταν να την εντοπίσει.
Το πραγματικό σοκ δεν ήταν μόνο η επίθεση. Ήταν ότι δεν
προκάλεσε σοκ.
Όταν η βαρβαρότητα γίνεται καθημερινότητα
Ας υποθέσουμε ότι πενήντα κουκουλοφόροι εισέβαλλαν σε ένα
αμφιθέατρο της Σορβόννης, της Οξφόρδης ή του Χάρβαρντ. Ότι κυνηγούσαν φοιτητές
με τσεκούρια και εκτόξευαν εμπρηστικούς μηχανισμούς. Ότι ένας δεκαοκτάχρονος
καιγόταν μπροστά στα μάτια των συμφοιτητών του.
Πόσα πρωτοσέλιδα θα είχε προκαλέσει ένα τέτοιο γεγονός;
Πόσες πολιτικές αντιδράσεις; Πόσες δημόσιες συζητήσεις;
Στην Ελλάδα φαίνεται πως έχουμε προχωρήσει ένα βήμα
παραπέρα. Έχουμε καταφέρει να θεωρούμε σχεδόν φυσιολογικό αυτό που σε μια
στοιχειωδώς οργανωμένη κοινωνία θα προκαλούσε συναγερμό.
Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που σημειώνεται βία σε ελληνικό πανεπιστήμιο. Είναι όμως άλλο πράγμα οι γνωστές συγκρούσεις και άλλο μια οργανωμένη επιδρομή δεκάδων οπλισμένων ανθρώπων εναντίον φοιτητών.
Η σιωπή των πρωτοσέλιδων
Το επόμενο πρωί, οι ελληνικές εφημερίδες κυκλοφόρησαν κανονικά. Με τις πολιτικές αντιπαραθέσεις τους, τις διεθνείς εξελίξεις, τις αναλύσεις και τις αποκαλύψεις τους. Μια οργανωμένη επίθεση πενήντα κουκουλοφόρων με τσεκούρι και μολότοφ μέσα σε ελληνικό πανεπιστήμιο δεν κρίθηκε, στη συντριπτική πλειονότητα των πρωτοσέλιδων, άξια ιδιαίτερης προβολής. Η «Απογευματινή» και το «Μανιφέστο» αποτέλεσαν εξαιρέσεις, με μικρές αναφορές στα πρωτοσέλιδά τους.
Δεν πρόκειται για μια είδηση που δεν έφτασε στις αίθουσες
σύνταξης. Πρόκειται για μια είδηση που έφτασε, αξιολογήθηκε και υποβαθμίστηκε. Και
αυτό είναι πολύ πιο ανησυχητικό από μια απλή δημοσιογραφική παράλειψη.
Οι εφημερίδες δεν είναι απλώς ένας ακόμη τρόπος ενημέρωσης.
Σε αντίθεση με τη διαρκή ροή του διαδικτύου και την τηλεοπτική επικαιρότητα,
έχουν τον χρόνο να επιλέξουν, να αξιολογήσουν και να ιεραρχήσουν τα γεγονότα.
Αυτό ακριβώς επικαλούνται όταν υπερασπίζονται την αξία και την αξιοπιστία του
έντυπου Τύπου.
Υπάρχει βέβαια και ένα ελαφρυντικό για τις εφημερίδες. Δεν αποφασίζουν σε κοινωνικό κενό. Γνωρίζουν τι ενδιαφέρει, τι συγκινεί και τι κινητοποιεί τους αναγνώστες τους. Και ενδεχομένως η υποβάθμιση της συγκεκριμένης είδησης να αντανακλά μια ακόμη πιο δυσάρεστη πραγματικότητα.
Ότι η βία στα πανεπιστήμια έχει πάψει να συγκλονίζει την ελληνική κοινωνία. Αν όμως οι εφημερίδες απλώς προσφέρουν στο κοινό όσα εκείνο θέλει να διαβάσει, τότε ποιος θα του υποδείξει όσα οφείλει να γνωρίζει;
Υπήρχε βίντεο
Η είδηση, βεβαίως, δεν εξαφανίστηκε. Μεταδόθηκε από τηλεοπτικούς σταθμούς και δημοσιεύτηκε σε ενημερωτικές ιστοσελίδες. Μόνο που εδώ υπάρχει μια λεπτομέρεια. Κάποιος κατέγραψε τη στιγμή που ένας φοιτητής τυλίγεται στις φλόγες. Και αυτή η συγκλονιστική εικόνα βοήθησε να βρει η επίθεση μια θέση, έστω χαμηλά, στην τηλεοπτική και διαδικτυακή επικαιρότητα.
Ας αναρωτηθούμε τι θα είχε συμβεί χωρίς αυτό το βίντεο. Θα αρκούσαν πενήντα κουκουλοφόροι, τσεκούρια, μολότοφ και τρεις τραυματίες για να θεωρηθεί το γεγονός σημαντική είδηση; Ή θα διαβάζαμε μια ακόμη σύντομη αναφορά για «επεισόδια στην Πανεπιστημιούπολη»; Φτάσαμε στο σημείο να μην αρκεί η ίδια η βαρβαρότητα. Χρειάζεται και το βίντεο που την αποδεικνύει. Ακόμη και το βίντεο ωστόσο δεν στάθηκε αρκετό για να συγκινήσει τα πρωτοσέλιδα.
Κάτι χειρότερο από ξέφραγα αμπέλια
Αυτή τη φορά ας αφήσουμε στην άκρη τις γνωστές συζητήσεις
για τα μέτρα ασφαλείας, τους ελέγχους στις εισόδους, τα τουρνικέ, την
πανεπιστημιακή αστυνομία και τις κατά καιρούς κυβερνητικές εξαγγελίες. Έχουν
ασφαλώς τη σημασία τους. Αλλά εδώ δεν μιλάμε για μια ακόμη αποτυχία φύλαξης.
Μιλάμε για ανθρώπους που μπαίνουν σε ένα πανεπιστήμιο με
τσεκούρια και μολότοφ, με μέσα ικανά να σακατέψουν ή να σκοτώσουν άλλους
ανθρώπους.
Μιλάμε για ζωώδη ένστικτα, για οργανωμένη αγριότητα, για μια
βία που δεν έχει καμία σχέση με την πολιτική αντιπαράθεση, την ιδεολογία ή το
πανεπιστημιακό άσυλο. Ακόμη κι αν κάποιοι εξακολουθούν να αναζητούν πολιτικές
ερμηνείες για πράξεις που θα ταίριαζαν περισσότερο σε εγκληματικές συμμορίες.
Τα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν γίνει, σε αρκετές
περιπτώσεις, ξέφραγα αμπέλια. Μόνο που η έκφραση είναι πια ανεπαρκής. Στο
ξέφραγο αμπέλι μπαίνει όποιος θέλει. Εδώ μπαίνει όποιος θέλει, οπλισμένος, και
επιτίθεται σε όποιον θέλει.
Και το πιο εξοργιστικό δεν είναι μόνο ότι συμβαίνουν όλα
αυτά. Είναι ότι έχουμε σχεδόν συμφιλιωθεί με την ιδέα πως μπορούν να
συμβαίνουν.
Πόσο χαμηλότερα;
Όταν μια κοινωνία παύει να εκπλήσσεται από τη βαρβαρότητα, δεν σημαίνει ότι η βαρβαρότητα περιορίστηκε. Σημαίνει ότι η κοινωνία χαμήλωσε τα όρια της ανοχής της. Και μαζί της, όπως φαίνεται, χαμήλωσε και ο πήχης της δημοσιογραφίας.
Το πανεπιστήμιο υποτίθεται ότι είναι ο χώρος της γνώσης, της ελευθερίας, της αντιπαράθεσης ιδεών. Όχι ένας χώρος όπου χρειάζεται να έχεις πρόχειρο έναν πυροσβεστήρα για να σώσεις τον συμφοιτητή σου. Ας μη συζητάμε, λοιπόν, μόνο για το ποιοι κρατούσαν τα τσεκούρια. Ας συζητήσουμε και για το πώς φτάσαμε να μη μας προκαλούν πια εντύπωση.
Γιατί μια κοινωνία που συνηθίζει τη βαρβαρότητα δεν χρειάζεται να περιμένει την επόμενη τραγωδία για να καταλάβει πόσο χαμηλά έχει φτάσει. Το έχει ήδη αποδείξει. Με την αδιαφορία της.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου